Ισλανδία: Η επανάσταση των σύγχρονων Βίκινγκ


Η Ισλανδία, το παράδειγμα της οποίας στα χρόνια του ξεσπάσματος της οικονομικής κρίσης, γινόταν αντικείμενο χλευασμού από τα εγχώρια ΜΜΕ που δημιουργούσαν εικόνες απέραντου χάους και όχι μόνο, αποχαιρέτησε μια για πάντα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αποπληρώνοντας πρόωρα το δάνειο που έλαβε το 2008.

Έχοντας καταβάλει 334 εκατομμύρια δολάρια και πληρώσει 11 δόσεις μαζί, διευθέτησε πλήρως τις υποχρεώσεις της αποπληρώνοντας το συνολικό δάνειο των 2,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων με συνέπεια να λήξει η συνεργασία της με το ΔΝΤ. Πέτυχε δηλαδή να κλείσει το πρόγραμμα που βάσει του χρονοδιαγράμματος οι τελευταίες δόσεις έπρεπε να καταβληθούν έως την 31η Αυγούστου του 2016.

Ο λόγος για τον οποίο το παράδειγμά της δεν ακουγόταν τα τελευταία χρόνια μετά μνημονίου στα δελτία των ειδήσεων, είναι προφανώς ότι η Ισλανδία μετά την άρνησή της να πληρώσει το χρέος, σημειώνει ανάπτυξη με πολύ χαμηλά ποσοστά ανεργίας και έχει πλέον ανακτήσει τη λαϊκή της κυριαρχία. Μια χώρα 330.000 κατοίκων με νόμισμα την ισλανδική κορόνα και βασική ασχολία την αλιεία που αποφέρει πάνω από το 60% των εσόδων της από εξαγωγές, η οποία όμως κατάφερε με πρωτοφανή αποτελεσματικότητα να αναχαιτίσει την οικονομική κρίση.

Όλα τα δεινά ξεκίνησαν, όταν το 2003 η κυβέρνηση ιδιωτικοποίησε τις τρεις κρατικές τράπεζες με κύριο στόχο να προσελκύσει ξένες επενδύσεις. Με την πάροδο των χρόνων όμως, όσο αυξάνονταν οι επενδύσεις, ταυτόχρονα αυξανόταν και το εξωτερικό χρέος των τραπεζών με αποτέλεσμα το χρέος της Ισλανδίας να φτάσει το 2007 στο εξωφρενικό 900% του ΑΕΠ την στιγμή που το 2003 ήταν στο 200%! Έτσι, η χώρα κήρυξε πτώχευση.

Από τον Οκτώβριο του 2008, η κεντρική τράπεζα της Ισλανδίας εισήγαγε ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων (τα γνωστά σε όλους μας capital control) προκειμένου να σταματήσει το ξεπούλημα της κορόνας και με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν νέες κρατικά ελεγχόμενες τράπεζες από τα κατάλοιπα των χρεοκοπημένων τραπεζών, χωρίς βέβαια να χαθούν οι αποταμιεύσεις των Ισλανδών πολιτών. Τα δάνεια τότε μεταφέρθηκαν στις εθνικοποιημένες τράπεζες που δεν αναγνώρισαν ωστόσο καμιά υποχρέωση των ιδιωτικών χρεοκοπημένων τραπεζών σε χώρες του εξωτερικού.

Τα ξένα κέντρα αποφάσεων από την άλλη είχαν ως βασικό τους επιχείρημα η Ισλανδία να δανειστεί χρήματα ώστε να αποζημιώσει τα θύματα της κατάρρευσης της τράπεζας Icesave, που ήταν οι Βρετανοί και οι Ολλανδοί. Ο λαός όμως είχε άλλη άποψη και με τις συνεχείς πορείες διαμαρτυρίας του, ανάγκασε την κυβέρνηση να παραιτηθεί και να προκηρύξει το 2009 πρόωρες εκλογές. Η νέα κυβέρνηση που σχηματίστηκε προήλθε από έναν αριστερό συνασπισμό και ο πρόεδρος Όλαφουρ Γκρίμσον, έχοντας αρνηθεί να επικυρώσει το νόμο του δανεισμού χρημάτων, προχώρησε στη διενέργεια δημοψηφίσματος.

Συγκεκριμένα, δύο δημοψηφίσματα διεξήχθησαν. Στο πρώτο που διεξήχθη το Μάρτιο του 2010, το 93% των πολιτών ψήφισε η χώρα να μην πληρώσει το χρέος στους ξένους πιστωτές, αρνήθηκαν δηλαδή την αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους ενώ στο δεύτερο που έγινε τον Απρίλιο του 2011 και αφορούσε την αποζημίωση των Βρετανών και Ολλανδών για την χρεοκοπία της τράπεζας Icesave, το 59% ψήφισε κατά. Έτσι, ο Γκρίμσον αρνήθηκε δύο φορές να υποκύψει στις εντολές της Δύσης και να υπογράψει τη νομοθεσία επιστροφής των δισεκατομμυρίων που η Ισλανδία όφειλε στους Βρετανούς, αναγκάζοντας μάλιστα τη βρετανική κυβέρνηση να αποζημιώσει τους Βρετανούς καταθέτες που είχαν λογαριασμούς στις ισλανδικές τράπεζες.  «Η συνεισφορά της Ευρώπης στον πολιτισμό δεν είναι η οικονομία των αγορών αλλά η δημοκρατία», τόνιζε ο Γκρίμσον.

Τόσο η Βρετανία όσο και η Ολλανδία είχαν καταθέσει μηνύσεις εναντίον της Ισλανδίας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ελεύθερου Εμπορίου για τη μη εγγύηση των καταθέσεων από πλευράς της αλλά το δικαστήριο την δικαίωσε. Οι συλλήψεις τραπεζιτών και κυβερνητικών στελεχών δεν άργησαν να γίνουν και προκειμένου να διερευνηθούν τα αίτια της κρίσης, εκλέχτηκε συντακτική συνέλευση για τη θέσπιση νέου Συντάγματος, το οποίο «γεννήθηκε» μέσα από το Διαδίκτυο με προτάσεις και παρεμβάσεις απλών πολιτών. Ο λαός ψήφισε 25 άτομα από 522 ενήλικες που δεν ανήκαν σε κανένα από τα παραδοσιακά κόμματα.

Πολλοί διαπρεπείς και βραβευμένοι οικονομολόγοι όπως ο Τζόσεφ Στίγκλιτς και ο Πολ Κρούγκμαν εξήραν το μοντέλο της Ισλανδίας και υποστήριξαν πως καλώς άφησε τις τράπεζες να χρεοκοπήσουν. Ο Στίγκλιτς μεταξύ άλλων ανέφερε πως «η Ισλανδία έπραξε σωστά διασφαλίζοντας την λειτουργία του συστήματος πληρωμών, ενώ οι πιστωτές (και όχι οι φορολογούμενοι) επωμίστηκαν τις απώλειες των τραπεζών». «Η Ισλανδία είναι πια σε καλύτερη θέση από τις χώρες που ακολούθησαν το μοντέλο διάσωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΔΝΤ», σημείωσε ο Κρούγκμαν.

Βέβαια, εύλογα θα έλεγε κάποιος πως η Ισλανδία ήταν ένα μοντέλο εντελώς διαφορετικό σε σχέση με εκείνο άλλων χωρών όπως της Ελλάδας ή της Πορτογαλίας. Πρώτον, ο συνολικός της πληθυσμός ισούται περίπου όσο ένα κλάσμα του πληθυσμού της Ελλάδας, πράγμα που σημαίνει πως δεν ήταν καταδικασμένη να αποτύχει, δεύτερον σε αντίθεση με την Ελλάδα και την Πορτογαλία, η Ισλανδία είχε δικό της νόμισμα, οπότε μπορούσε και να το υποτιμήσει και τρίτον, το χρέος της Ισλανδίας αφορούσε τον ιδιωτικό τομέα και όχι το δημόσιο.

Εν κατακλείδι πάντως, η Ισλανδία βιώνει την τέταρτη συνεχόμενη χρονιά οικονομικής ανάπτυξης και ανάκαμψης. Η ανεργία έχει μειωθεί δραματικά ενώ τομείς όπως ο τουρισμός που μέχρι πρότινος ήταν άγνωστος, σημειώνει θεαματική αύξηση. Όσο λοιπόν, εδώ στην Ελλάδα ακούμε μόνο σενάρια καταστροφολαγνείας και απόψεις όπως «οι ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας αποτελούν μονόδρομο» ή «η εφαρμογή μιας λανθασμένης συνταγής είναι προτιμότερη από τη χρεοκοπία», καλό θα ήταν να το σκεφτεί το ελληνικό πολιτικό σύστημα συλλήβδην και να μην απαξιώνει τις προσπάθειες αυτών των ανθρώπων που επέδειξαν απαράμιλλο ήθος και μια ασύγκριτη επιθυμία ώστε η χώρα τους να μην είναι αποικία χρέους.