Από την κριτική στην προπαγάνδα, ένα τσιγάρο δρόμος...


Γράφει ο Σωτήρης Ζιώμας

Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέσαι εάν σαν δημοσιογράφος θα πρέπει να ταχθείς υπέρ των συναδέλφων σου ή των πολιτικών. Η λογική λέει ότι όπως ο δικηγόρος, ο γιατρός, ο εκπαιδευτικός ή ο ηθοποιός θα σπεύσει να υπερασπιστεί τους ομοτέχνους του, έτσι και ο δημοσιογράφος είναι υποχρεωμένος, βάσει του λειτουργήματός του, να προστατεύσει το σινάφι του. Πολλώ δε μάλλον όταν έχει απέναντί του έναν πολιτικό, στον οποίο οφείλει να θέτει απροκατάληπτα ερωτήματα και να τον «στριμώχνει», είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί με τις απόψεις του, διότι αυτή είναι η δουλειά του.

Τι γίνεται όμως όταν ο δημοσιογράφος δεν ασκεί σωστά το λειτούργημά του και καταπατά κάθε έννοια δεοντολογίας, μεροληπτώντας υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Τις τελευταίες μέρες, γίναμε μάρτυρες δύο χυδαίων, θλιβερών και άκρως προπαγανδιστικών περιστατικών. Το πρώτο αφορούσε την Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου και τους περίφημους «ληστές τραπεζών». Πρόκειται για μια φόρμα επικοινωνίας που βρίσκεται στην επίσημη ιστοσελίδα του κόμματος και περιλαμβάνει πέρα από τα βασικά στοιχεία (ονοματεπώνυμο, ημερομηνία γέννησης κλπ) και μια λίστα με τις επαγγελματικές ή προσωπικές δεξιότητες που μπορεί να έχει το υποψήφιο μέλος. Ανάμεσα λοιπόν σε ειδικότητες όπως εκπαιδευτικός, νομικός, γραφίστας και τεχνικός υπολογιστών υπήρχε και ο ληστής τραπεζών.

Τα ελληνικά ΜΜΕ βεβαίως δεν μπήκαν καν στον κόπο να ψάξουν την ημερομηνία ανάρτησης του συγκεκριμένου βίντεο. H «αποκάλυψη» της είδησης περί ληστών τραπεζών έγινε στις 4 Δεκεμβρίου ενώ η ανάρτηση του βίντεο είχε προηγηθεί στις 26 Οκτωβρίου, δηλαδή δύο μήνες νωρίτερα. Αφενός λοιπόν δεν ήταν κάτι καινούριο για όσους παρακολουθούν πραγματικά τις εξελίξεις στα εσωτερικά των κομμάτων και αφετέρου δεν προκάλεσε κάποιο ντόρο, δεδομένου ότι κατά τη διάρκεια της ανάλυσης του Οδηγού Ελευθερίας γίνεται αντιληπτό ότι πρόκειται περί φάρσας με τη φράση «εντάξει, για πλάκα το βάλαμε αυτό». Επομένως, μια απλή αναζήτηση στο Google και 2-3 κλικ παραπάνω θα έλυναν κάθε απορία και παρεξήγηση.

Όμως, ο λόγος για τον οποίο τα ΜΜΕ επιδόθηκαν σε αυτή την αισχρή παραπληροφόρηση ήταν ξεκάθαρος: να δαιμονοποιηθεί κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης της υφιστάμενης μνημονιακής πολιτικής.

Το δεύτερο περιστατικό που ήταν ακόμα πιο εξοργιστικό έλαβε χώρα στην πρωινή εκπομπή του ΑΝΤ1, «Καλημέρα Ελλάδα» του Γιώργου Παπαδάκη. Εκεί, δέχτηκε να παραχωρήσει συνέντευξη ο Γιάνης Βαρουφάκης όπου θα μιλούσε για την πολιτική πρόταση του κινήματός του, DiEM25, τόσο για την Ελλάδα όσο και την Ευρώπη. Ωστόσο, η συνέντευξη διάρκειας 70 λεπτών δεν προβλήθηκε ολόκληρη όπως και θα έπρεπε από μια εκπομπή που θέλει να είναι σοβαρή αλλά πετσοκομμένη γύρω στα 10 λεπτά, με τη μέθοδο της κοπτοραπτικής. Παράλληλα, υπήρχαν και τα εμβόλιμα σχόλια δύο δημοσιογράφων, του Χρήστου Κώνστα (πρώην εκπροσώπου Τύπου του ΤΑΙΠΕΔ, για να μην ξεχνιόμαστε) και της γνωστής για τα «φιλοσυριζαίικα» αισθήματα, Αμαλίας Κάτζου. Σε μια συζήτηση που θύμιζε περισσότερο κουτσομπολίστικη εκπομπή, οι δύο δημοσιογράφοι έσταξαν όσο περισσότερη χολή μπορούσαν δίνοντας ρεσιτάλ λάσπης, συκοφαντίας και αποδόμησης προσωπικότητας, χωρίς καν να υπάρχει η δυνατότητα αντιλόγου από πλευράς του Βαρουφάκη.

Μάλιστα, σε κάποια σημείο ο Χ. Κώνστας καυχιόταν ότι ήταν ο πρώτος που επινόησε τον χαρακτηρισμό «Μπαρουφάκης» ενώ η Α. Κάτζου αφού είπε ότι «ευτυχώς που ο Τσίπρας ήταν οξυδερκής και τον έδιωξε από υπουργό Οικονομικών», ανέφερε ότι «ζει στη δική του πραγματικότητα και πρέπει να το κοιτάξει αυτό». Έτσι λοιπόν, φτάσαμε από μια απλή κριτική σε μια άνευ προηγουμένου προσωπική επίθεση χωρίς πολιτικά επιχειρήματα. Πουλάει άλλωστε να λες ότι ο Βαρουφάκης είναι «νάρκισσος», «δραχμιστής» και «άσχετος με τα οικονομικά» ή ότι η Κωνσταντοπούλου εκτός από «δικτάτορας» και «παρανοϊκή», ψάχνει και για «ληστές τραπεζών». Είναι η γνωστή γκαιμπελική τακτική «ρίξε λάσπη, στο τέλος κάτι θα μείνει».

Το παρόν άρθρο δεν αποσκοπεί στο να εκθειάσουμε την Κωνσταντοπούλου ή τον Βαρουφάκη. Κάθε άλλο. Στοχεύει στο αυτονόητο: να γίνει επιτέλους από τους δημοσιογράφους μια σοβαρή και ουσιαστική κριτική και όχι επιθέσεις κάτω από τη ζώνη.

Για παράδειγμα τον Βαρουφάκη, θα μπορούσαν να τον κατακρίνουν για πολλά. Για την αποδοχή του 70% του μνημονίου, τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου για παράταση του προγράμματος, τη δήλωσή του ότι θα εκπληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας «εις το διηνεκές», την κριτική που άσκησε για την σύσταση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου, την αυταπάτη ότι μπορεί να εκδημοκρατίσει την Ε.Ε. ή τη θέση του για το διπλό/παράλληλο νόμισμα για το οποίο παλαιότερα σε άρθρο του στο Protagon έγραφε ότι «θα έχουμε δύο Ελλάδες, την Ελλάδα εκείνων που δεν θα έχουν πρόσβαση στο ευρώ και θα εγκλωβιστούν σε μια τριτοκοσμική χώρα και την Ελλάδα που θα έχουν πρόσβαση σε ευρώ η εξουσία των οποίων θα είναι μεγάλη επί των υπολοίπων».

Όσο για τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, θα μπορούσαν αντί για τους «ληστές τραπεζών» να αντιπαραβάλουν τη δήλωσή της ότι το σκίσιμο των μνημονίων ήταν «σχήμα λόγου», το γεγονός ότι εμπιστεύτηκε τυφλά τον Αλέξη Τσίπρα ενώ γνώριζε ότι εν τέλει θα συνθηκολογούσε, τις ασαφείς θέσεις της για το νόμισμα ή την κριτική που υπέστη από την πρώην φίλη της, Ραχήλ Μακρή, με τον χαρακτηρισμό «Μονοπρόσωπη Ε.Π.Ε.».

Συνεπώς, σε ό,τι αφορά το παραπάνω δίλημμα «με τους δημοσιογράφους ή με τους πολιτικούς», η απάντηση είναι: ούτε με δημοσιογράφους-φερέφωνα που εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα αλλά και ούτε με πολιτικούς που έχουν σημαντικό ή μικρότερο μερίδιο ευθύνης στη διακυβέρνηση της χώρας.

Μόνο με την αλήθεια.

Δεν υπάρχουν σχόλια