Το «Ιδιώνυμο» Βενιζέλου: Η πρώτη ποινικοποίηση της κομμουνιστικής δράσης


25 Ιουλίου 1929. Πριν από 89 χρόνια, καθιερώνεται ο νόμος 4229 με τίτλο «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών».

Πρόκειται για το γνωστό «Ιδιώνυμο», ένα νόμο που έπληττε ευθέως τα δημοκρατικά δικαιώματα των ελλήνων πολιτών και έβαζε στο στόχαστρο μια μικρή πολιτική δύναμη για εκείνη την εποχή, το ΚΚΕ. Εισηγητής του, ήταν ο πρωθυπουργός, Ελευθέριος Βενιζέλος.

Ήταν ένα έγκλημα γνώμης που χαρακτήριζε την κομμουνιστική δράση και ιδεολογία ως «ιδιώνυμο αδίκημα», πράγμα απαράδεκτο για μια δημοκρατική και φιλελεύθερη πολιτεία. Με τον όρο αυτό, στη νομική επιστήμη, εννοούμε το έγκλημα εκείνο για το οποίο προβλέπονται ιδιαίτερες ποινές σε σχέση με τα εγκλήματα της γενικής κατηγορίας, όπου αυτό υπάγεται. Από το 1929 μέχρι το 1974 που εφαρμόστηκε, σήμαινε κάθε κατασταλτικό μέτρο το οποίο ποινικοποιούσε την υποστήριξη και διάδοση κομμουνιστικών ιδεών.

Η επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία, είχε θορυβήσει τις κυρίαρχες τάξεις της χώρας. Κάθε διεκδίκηση του εργατικού κινήματος θεωρούταν απειλή για το καθεστώς και κάθε απεργός, ήταν ένας εν δυνάμει κομμουνιστής. Παρέβλεπαν το γεγονός ότι το ΚΚΕ, ήταν ένα μικρό κόμμα εκτός Βουλής, με ελάχιστη επιρροή στο λαό.

Στις 7 Ιουλίου 1928 στη Θεσσαλονίκη, μιλώντας σε προεκλογική του ομιλία, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε δηλώσει:

Πάσα απόπειρα διαταράξεως ή βιαίας ανατροπής του αστικού καθεστώτος, του οποίου στερεά θεμέλια είνε η πατρίς, η οικογένεια, η ιδιοκτησία θα εύρη αντιμέτωπον την πυγμήν του Κράτους. Είμεθα αποφασισμένοι να εξοπλίσωμεν το κράτος και τας αρχάς του διά τας αναγκαίας νομοθεσίας, όπως καταστή δυνατή η αποτελεσματική κοινωνική άμυνα κατά των απροκάλυπτων ανατρεπικών ενεργειών των εχθρών του κοινωνικού καθεστώτος

Στις 22 Δεκεμβρίου 1928, τέσσερις μήνες μετά τον εκλογικό του θριάμβο όπου έλαβε ποσοστό 46,9%, ο Βενιζέλος έφερε προς ψήφιση στη Βουλή το «Ιδιώνυμο», νομοσχέδιο που τιτλοφορείτο «Περί μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών». Εμπνευστής του νόμου ήταν ο υπουργός Εσωτερικών, Κωνσταντίνος Ζαβιτσάνος, ένας συντηρητικός πολιτικός ο οποίος αργότερα επί δικτατορίας Μεταξά, διετέλεσε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης και υπουργός Οικονομικών, μέχρι που παραιτήθηκε τον Ιανουάριο του 1937.

Πριν ακόμα ψηφιστεί το νομοσχέδιο, τον Δεκέμβριο του 1929, ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε ομιλία του στη Βουλή, είχε διακηρύξει κατηγορηματικά:

Εγώ δεν θα επιτρέψω αύξησιν των ημερομισθίων… Η ικανοποίησις των αιτημάτων των εργατών σημαίνει ανατροπήν μου… Την γενικήν απεργίαν θα θεωρήσω ως επανάστασιν και θα την καταπνίξω δι’ όλων των ευρισκομένων εις την διάθεσίν μου μέσων…

Στις 3 Απριλίου 1929, το νομοσχέδιο εισήχθη στο Κοινοβούλιο προς συζήτηση. Στην εναρκτήρια ομιλία του, ο Βενιζέλος δήλωσε:

Το νομοσχέδιον δεν επιδιώκει να διώξη τον κομμουνισμόν ως ιδέαν, αλλά τη Γ' Διεθνή και τας μπολσεβικικάς αρχάς αυτής, αίτινες απέχουν πολύ του ιδεώδους κομμουνισμού. Το νομοσχέδιον επιδιώκει τη δίωξιν των οπαδών της Γ' Διεθνούς. Δε δυνάμεθα να διώξωμεν τον κομμουνισμόν, διότι και ο Χριστός υπήρξε κήρυξ της ιδέας αυτής. Ο Χριστός διεκήρυξε πρώτος τον κομμουνισμόν, αλλά από την υψηλήν ιδεολογίαν του κομμουνισμού μέχρι των ανατρεπτικών ενεργειών των ανθρώπων της Μόσχας, υπάρχει διαφορά.

Την αντίθεσή της στο νομοσχέδιο, εξέφρασε η «αριστερή» πτέρυγα του κόμματος των Φιλελευθέρων με επικεφαλής τους Αλέξανδρο Παπαναστασίου, Γεώργιο Παπανδρέου και Γεώργιο Καφαντάρη. Το ΚΚΕ αρκέστηκε να διοργανώσει κάποιες διαδηλώσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ το αντιπολιτευόμενο φιλομοναρχικό «Λαϊκό Κόμμα» με αρχηγό τον Παναγή Τσαλδάρη, θύμισε στον διαφωνούντα Παπαναστασίου ότι το 1924 ως πρωθυπουργός, είχε περάσει και αυτός νόμο στη Βουλή που ποινικοποιούσε την έκφραση γνώμης, αυτή τη φορά υπέρ του έκπτωτου Βασιλιά.


Το άρθρο 1 του νόμου 4229/1929, όπως δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ της 25/7/1929, Τεύχος Πρώτον. (Πηγή φωτογραφίας: Ημεροδρόμος)

Αν το αδίκημα μάλιστα τελούταν δια του Τύπου, προβλεπόταν η δυνατότητα απαγόρευσης άσκησης του επαγγέλματος στο δημοσιογράφο, το διευθυντή, τον τυπογράφο ή τον εκδότη του εντύπου για 6 μήνες και σε περίπτωση υποτροπής, για τρία, το πολύ, έτη. Βαριές ποινές προβλέπονταν ιδιαίτερα για τους δημοσίους υπαλλήλους, τους αστυνομικούς και τους στρατιωτικούς, οι οποίοι κινδύνευαν με απόλυση.

Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 18 Ιουλίου από την συντριπτική πλειοψηφία της Βουλής και άρχισε να εφαρμόζεται στις 25 Ιουλίου 1929.

Η ψήφιση του «Ιδιώνυμου» ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό. Την αντίθεσή του εξέφρασε ο νομικός κόσμος της χώρας με αρθρογραφία στα περιοδικά «Θέμις» και «Δικαιοσύνη». Φωνή διαμαρτυρίας ύψωσαν διανοούμενοι, όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ο Γεώργιος Νιρβάνας, ο Κωνσταντίνος Άμαντος, ο Δημήτρης Γληνός, ο Αλβέρτος Αϊνστάιν και ο Ανρί Μπαρμπίς.

Το «Ιδιώνυμο» αντικαταστάθηκε με τον σκληρότερο νόμο του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, όπου συνελήφθησαν γύρω στους 16.500 πολίτες, εκ των οποίων 3.031 καταδικάστηκαν και εξορίστηκαν σε Φολέγανδρο, Ανάφη, Αμοργό και Σκύρο. Στο «Ιδιώνυμο» στηρίχθηκαν πλήθος νομοθετημάτων από τη μεταξική δικτατορία μέχρι και τη μετεμφυλιακή περίοδο, ώσπου έπαυσαν να υφίστανται μετά τη Μεταπολίτευση, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ.

Πληροφορίες από: sansimera.gr, imerodromos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια