ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα: Από τη διάσκεψη του Bretton Woods στη διάπραξη οικονομικών γενοκτονιών


Ιούλιος 1944. Λίγο πριν το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, πραγματοποιήθηκε στην πολιτεία του Νιου Χάμσαϊρ των ΗΠΑ η διάσκεψη του Bretton Woods, μία διάσκεψη που αποσκοπούσε στην υιοθέτηση σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ των νομισμάτων των 44 χωρών που συμμετείχαν σε αυτήν. Εκεί, αποφασίστηκε η ίδρυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας, δύο χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που αργότερα θα κατηγορηθούν για διάπραξη οικονομικών γενοκτονιών.

Από μία μακροχρόνια άτυπη συμφωνία, ο πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας είναι πάντα Αμερικανός, ενώ ο διευθυντής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου πάντα Ευρωπαίος. Συγκεκριμένα, από τους συνολικά 12 προέδρους της Παγκόσμιας Τράπεζας, μόνο δύο είχαν διπλή υπηκοότητα: ο αμερικανο-αυστραλιανής καταγωγής, Τζέιμς Γούλφσον, και ο νυν πρόεδρος αμερικανο-κορεατικής καταγωγής, Τζιμ Γιονγκ Κιμ. Όσο για τους διευθυντές του Ταμείου, από τους συνολικά 11, πέντε ήταν Γάλλοι, δύο Σουηδοί, ενώ οι υπόλοιποι ήταν βελγικής, ολλανδικής, γερμανικής ή και ισπανικής καταγωγής.

Σκοπός των δύο διεθνών οργανισμών με έδρα την Ουάσινγκτον, ήταν να επιβλέπουν την ανοικοδόμηση και ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας⸱ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κατευθύνοντας τη νομισματική πολιτική και καθορίζοντας, ως νέος κηδεμόνας των δημοσιοοικονομικών του πλανήτη, τους όρους των δανείων, και η Παγκόσμια Τράπεζα καταπολεμώντας τη φτώχεια. Έτσι, ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα ανέλαβαν το ρόλο του διαμεσολαβητή των προβληματικών οικονομιών προκειμένου να διασφαλίσουν ότι καμία φτωχή χώρα δεν θα αντιμετώπιζε ένα δυσβάσταχτο χρέος που δεν θα μπορούσε να διαχειριστεί.

Μέχρι τη δεκαετία του '70, οι δύο χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί χορηγούσαν χαμηλότοκα δάνεια χωρίς δεσμεύσεις. Ωστόσο στις αρχές της δεκαετίας του '80, οι ΗΠΑ, στην προσπάθειά τους να ανακόψουν τον πληθωρισμό, άρχισαν να αυξάνουν δραστικά τα επιτόκια με αποτέλεσμα τα δύο ιδρύματα να ακολουθήσουν πιστά την ίδια γραμμή. Πλέον, Παγκόσμια Τράπεζα και ΔΝΤ θα παρείχαν οικονομική βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες, με την προϋπόθεση όμως ότι αυτές θα συμμορφώνονταν με τους κανόνες τους, κάτι που σήμαινε αυστηρή δημοσιονομική πολιτική και εφαρμογή των απαιτούμενων «μεταρρυθμίσεων», χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν οι κοινωνικές τους επιπτώσεις.

Από «ευαγή» ιδρύματα, οπλισμένα χέρια του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού


Στα μέσα της δεκαετίας του '70, κάνει την εμφάνισή της μία νέα οικονομική θεωρία η οποία έμελλε να λάβει για τις επόμενες δεκαετίες χαρακτηριστικά μίας νέας παγκόσμιας θρησκείας: ο νεοφιλελευθερισμός. «Πατέρες» αυτού του ρεύματος ήταν οι οικονομολόγοι, Γιόζεφ Σουμπέτερ, Φρήντριχ φον Χάγιεκ, και Μίλτον Φρήντμαν. Ο τελευταίος μάλιστα, έγινε ευρέως γνωστός για την επίσκεψή του στη Χιλή τον Μάρτιο του 1975, εκεί όπου πρώην φοιτητές του από τη Σχολή του Σικάγου έγιναν σύμβουλοι του δικτάτορα Πινοσέτ, ο οποίος πρωτοεφάρμοσε το νεοφιλελευθερισμό. Ο δε Χάγιεκ, σε επίσκεψή του στη Χιλή το 1981, δε δίσταζε να δηλώσει για τον στρατηγό Πινοσέτ τα εξής:

Προσωπικά, προτιμώ μία φιλελεύθερη δικτατορία, παρά μία δημοκρατική κυβέρνηση από την οποία θα απουσιάζει ο φιλελευθερισμός.

Από τη δεκαετία του '80 και ύστερα, ο νεοφιλελευθερισμός γίνεται το δόγμα πάνω στο οποίο θα βασιστεί η πολιτική του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Η προτεραιότητα στην ανταγωνιστικότητα, η δραστική μείωση της φορολογίας υπέρ του κεφαλαίου, η μείωση των κρατικών δαπανών, ο έλεγχος του προϋπολογισμού, οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις στο δημόσιο τομέα καθώς και η απελευθέρωση της αγοράς και των επιτοκίων ήταν μερικά από τα μέτρα τα οποία συνόψισε το 1989 το στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Τζον Γουίλιαμσον, και έμειναν στην ιστορία ως «Συναίνεση της Ουάσινγκτον» ή «Δέκα Εντολές». Αυτές τις «εντολές», έπρεπε να τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια οι εθνικές κυβερνήσεις, εάν ήθελαν να διαβούν το κατώφλι της «διεθνούς κοινότητας».

O Αουγκούστο Πινοσέτ μαζί με τον Μίλτον Φρήντμαν

Οι μεγάλες δυτικές χώρες, κυρίως οι ΗΠΑ, που ελέγχουν το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, επέβαλαν στις αναπτυσσόμενες χώρες να ενστερνιστούν «συνταγές που οι ανεπτυγμένες χώρες δεν ήταν διατεθειμένες να εφαρμόσουν για τον ίδιο τους τον εαυτό», όπως είχε παραδεχθεί ο διπλωμάτης και πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Χένρι Κίσινγκερ. Έτσι, το κράτος υποτάχθηκε στις αγορές και ο δημόσιος τομέας συρρικνώθηκε έναντι του ιδιωτικού,

Τα αποτελέσματα ήταν δραματικά. Το 1980, το συνολικό χρέος των αναπτυσσόμενων χωρών αντιστοιχούσε σε 567 δισεκατομμύρια δολάρια ενώ με την αύξηση των επιτοκίων, το 1992 το συνολικό χρέος εκτοξεύθηκε στα 1,4 τρισ. δολάρια, παρά τις αποπληρωμές. Μέχρι το 2004 περίπου 85 χώρες χρωστούσαν 97 δισεκατομμύρια δολάρια προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ενώ το 2015, 79 χώρες χρωστούσαν στο Ταμείο περίπου 84,5 δισ. δολάρια.

Ακόμη, σύμφωνα με έρευνα του «Guardian» του ίδιου έτους, 32 χώρες χρωστούν εδώ και χρόνια χρήματα τα οποία είναι άγνωστο πότε θα τα αποπληρώσουν. Πρόκειται για χώρες που βρίσκονται σε πόλεμο (εμφύλιο ή μη), ή βρίσκονταν κάτω από τυραννικά καθεστώτα που γνώρισαν επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις, ή αυτοκρατορίες που βρίσκονταν λίγο πριν ή λίγο μετά την κατάρρευσή τους.

Και σαν να μην έφταναν αυτά, σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ, το παγκόσμιο χρέος έφτασε τα 164 τρισ. δολάρια για το έτος 2016, σημειώνοντας νέο παγκόσμιο ρεκόρ!

«Οικονομικοί εκτελεστές και συμβόλαια θανάτου»


Ήταν ξεκάθαρο πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τις πολιτικές του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας και όπως ήταν φυσικό, προέκυπτε το εξής ερώτημα: πώς είναι δυνατόν οι πολιτικές δανεισμού των τελευταίων πενήντα ετών να βυθίζουν τόσες χώρες στα χρέη αντί να τις οδηγούν στην οικονομική αναγέννηση μέσω των συνετών δανεισμών;

Τη δική του εκδοχή στο ερώτημα αυτό δίνει ο ακτιβιστής συγγραφέας και πρώην «οικονομικός δολοφόνος», Τζον Πέρκινς, ο οποίος πριν κάποια χρόνια σε συνέντευξή του στο δίκτυο «Democracy Now» και τη δημοσιογράφο Amy Goodman, αφηγείτο πως οι πολιτικές αυτές ευνόησαν τη δημιουργία μίας νέας αμερικανικής αυτοκρατορίας:

Η πραγματική μου δουλειά ήταν να δίνω δάνεια σε άλλες χώρες. Τεράστια δάνεια, πολύ μεγαλύτερα απ' ό,τι θα μπορούσαν να αποπληρώσουν. Για παράδειγμα, έδινα 1 δις δολάρια στην Ινδονησία ή τον Ισημερινό. Η χώρα έπρεπε να δώσει το 90% του δανείου σε αμερικανικές εταιρείες για έργα υποδομής, όπως η Halliburton ή η Bechtel. Οι εταιρείες έχτιζαν συστήματα ηλεκτρισμού, αυτοκινητοδρόμους και λιμάνια που εξυπηρετούσαν λίγες οικογένειες πλουσίων. Στους φτωχούς έμενε το τεράστιο χρέος που δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν.

Στα βιβλία του το 2002, ο πρώην εργαζόμενος της συμβουλευτικής εταιρείας Chas T. Main, που έδρευε στη Βοστώνη, ισχυρίζεται ότι ο πρώην πρόεδρος του Ισημερινού, Χάιμε Ρόλντος, δολοφονήθηκε το 1981 επειδή δεν πλήρωσε ένα μέρος του χρέους ενώ ο πρόεδρος του Παναμά, Ομάρ Τορίχος, δολοφονήθηκε το ίδιο έτος επειδή έδωσε σε γιαπωνέζικη εταιρεία το συμβόλαιο ενός αγωγού, αντί να το δώσει σε μία αμερικανική. Οι λεπτομέρειες με τις οποίες περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ προσέγγιζαν τις αδύναμες οικονομικά χώρες, όπως το Εκουαδόρ, είναι ανατριχιαστικές: «Κοιτάξτε, δεν μπορείτε να αποπληρώσετε τα χρέη σας, γι' αυτό δώστε στις πετρελαϊκές εταιρείες μας το τροπικό δάσος του Αμαζονίου, το οποίο είναι γεμάτο πετρέλαιο».

Ο ακτιβιστής συγγραφέας και πρώην «οικονομικός εκτελεστής», Τζον Πέρκινς. Έχει εμφανιστεί σε δεκάδες ντοκιμαντέρ και έχει γράψει πέντε βιβλία για τον ύποπτο ρόλο των ΗΠΑ στην υπερχρέωση των αδύναμων χωρών, με χαρακτηριστικότερο το «Εξομολογήσεις ενός οικονομικού δολοφόνου»
Ο Πέρκινς, θα μπορούσε πολύ εύκολα να χαρακτηριστεί ένας ακόμη συνωμοσιολόγος, ωστόσο φαίνεται παράξενο το γεγονός ότι τόσες αναπτυσσόμενες χώρες έχουν καταφέρει να είναι τόσο ανόητες, ώστε να βρίσκονται μονίμως υπό την επιτήρηση του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας που επιβάλλουν σκληρά μέτρα λιτότητας.

Το ΔΝΤ και οι χώρες που λεηλάτησε


Η Ελλάδα μπήκε στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το 2010, και τον περασμένο Αύγουστο μετά από οκτώ χρόνια μνημονίων και οικονομικής ασφυξίας, ανακοίνωσε την έξοδό της από τα «προγράμματα στήριξης». Σε έκθεσή της το 2016, η γερμανική εφημερίδα «Handelsblatt», περιέγραφε πως από το 2010 είχε λάβει 220 δισεκατομμύρια δάνεια. Απ' αυτά, μόνο το 5% πήγε στην ελληνική οικονομία, δηλαδή μόλις 9,7 δισ. Από τα υπόλοιπα, 86,9 δισ. πήγαν για εξυπηρέτηση παλαιών χρεών, 52,3 δισ. για εξόφληση τόκων, και 37,3 δισ. για ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Το αποτέλεσμα ήταν το δημόσιο χρέος αντί να μειωθεί, να αυξηθεί κατακόρυφα, η ανεργία να φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα, το κράτος να διαλυθεί και η κοινωνία να εξαθλιωθεί. Την ίδια πολιτική με τις ίδιες ακριβώς τραγικές συνέπειες, εφάρμοσε το ΔΝΤ και σε άλλες χώρες του κόσμου.

Αργεντινή

Μία από τις χώρες που βίωσε στο πετσί της τη χρεοκοπία και χρησιμοποιήθηκε ως «πειραματόζωο» για να αποτελέσει το παράδειγμα και για τις υπόλοιπες χώρες που θα εφάρμοζαν προγράμματα λιτότητας, ήταν η Αργεντινή.

Τη δεκαετία του '90, η κυβέρνηση του περονιστή, Κάρλος Μένεμ, είχε αποφασίσει να διατηρήσει μία κλειδωμένη ισοτιμία του πέσο με το δολάριο Αμερικής. Παράλληλα, ο υπουργός Οικονομικών της χώρας, Ντομίνγο Καβάλο, εφάρμοζε μία σκληρή νεοφιλελεύθερη πολιτική ξεπουλώντας τη δημόσια περιουσία, με το επιχείρημα ότι οι κρατικές εταιρείες «ήταν προβληματικές». Όπως διηγείται ο Άλδο Φερρέρ, ένας από τους πιο έγκυρους οικονομολόγους της χώρας:

Εφαρμόστηκε μια ξέφρενη πολιτική ξεπουλήματος της εθνικής μας κληρονομιάς. Ιδίως του πετρελαίου! Η Αργεντινή ήταν η μόνη χώρα που πούλησε την εθνική της εταιρία πετρελαίου. Πουλήθηκαν τα πάντα! Το τηλέφωνο, οι τηλεπικοινωνίες και τόσα άλλα πουλήθηκαν. Μ’ αυτά πλήρωσαν το χρέος, αλλά το χρέος συνέχισε ν’ αυξάνεται. Έτσι λοιπόν, στο τέλος της περιόδου, αφού είχε πουληθεί η εθνική κληρονομιά, ήμασταν χειρότερα κι απ’ την αρχή. Ήταν μια χείριστη πολιτική!

Από τα μέσα του 2000, το ΔΝΤ χορήγησε στη χώρα ένα δάνειο ύψους 12 δισ. δολαρίων, προκειμένου να βγει από την οικονομική κρίση, με την τριμηνιαία δόση να είναι 1,3 δισ. δολάρια η κάθε μία. Ωστόσο, το 1ο τρίμηνο του προγράμματος δεν είχε τηρηθεί και έτσι ο Καβάλο, έθεσε στο ΔΝΤ τον αναπρογραμματισμό των στόχων. Όταν τελείωσε το 3ο τρίμηνο, το ΔΝΤ παρατήρησε ότι δεν θα εκπληρώνονταν οι στόχοι για το 4ο τρίμηνο και έτσι, ακύρωσε την εκταμίευση των χρημάτων για το Νοέμβριο, με αποτέλεσμα η κυβέρνηση να κηρύξει στάση πληρωμών. Το Δεκέμβριο του 2001, η κυβέρνηση ανακοίνωσε νέες μειώσεις μισθών των δημοσίων υπαλλήλων κατά 20% και πάγωμα καταθέσεων, το λεγόμενο κοραλίτο.

Η κοινωνική αναταραχή οδήγησε σε παραίτηση της κυβέρνησης με τον τότε πρόεδρο της Αργεντινής, Φερνάντο ντε λα Ρούα, να φεύγει από το Προεδρικό Μέγαρο με ελικόπτερο. Η νέα προσωρινή κυβέρνηση, υπό συνθήκες πανικού, κήρυξε πτώχευση. Μέσα σε μία νύχτα, το πέσο αποσυνδέθηκε από το δολάριο και υποτιμήθηκε σχεδόν τέσσερις φορές. Τα χρήματα των καταθετών, που είχαν μπλοκαριστεί και ήταν σε δολάρια, μετατράπηκαν σε πέσος και εξανεμίστηκαν.

Ο Καβάλο, άλλοτε μία από τις πιο σημαντικές πολιτικές φιγούρες της Αργεντινής, θεωρείται πλέον ένας από τους πιο μισητούς ανθρώπους στη χώρα και ένας από τους βασικούς υπευθύνους για την οικονομική της κατάρρευση.

Ο Ντομίνγο Καβάλο. Διετέλεσε υπουργός Οικονομικών της Αργεντινής την περίοδο 1991-1996 και αργότερα από το Μάρτιο μέχρι το Δεκέμβριο του 2001.
Το 2003, εκλέγεται πρόεδρος της Αργεντινής ένας «αντιφατικός άνδρας», κατά τον συγγραφέα, Εδουάρδο Γκαλεάνο, ο Νέστορ Κίρσνερ. Ο Κίρσνερ είχε συνεργαστεί μαζί με τον Μένεμ στις ιδιωτικοποιήσεις των πετρελαίων αλλά όταν ανήλθε στην Προεδρία, έγινε από τους κυριότερους πρωταγωνιστές της Λατινικής Αμερικής, καθώς έδιωξε το ΔΝΤ και έβγαλε τη χώρα από την κρίση. Οι συντάξεις προστατεύθηκαν, το 13% των μισθών που είχαν κοπεί το 2000 επεστράφη και η ανεργία μειώθηκε. Προς το τέλος του 2002, η Αργεντινή αναπτυσσόταν με 8% ενώ τα επόμενα τέσσερα χρόνια, κάπου στο 9%.

Το 2007, χρέη πρόεδρου ανέλαβε η σύζυγός του, Κριστίνα Φερνάντεζ ντε Κίρσνερ, η οποία κυβέρνησε την Αργεντινή μέχρι το 2015. Πέντε χρόνια πριν, ο σύζυγός της είχε πεθάνει από καρδιακή προσβολή. Το 2015, νέος πρόεδρος της χώρας αναδεικνύεται ο Μαουρίσιο Μάκρι, ο οποίος εξελέγη με μία αμιγώς νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Μετά από τρία χρόνια, εξαιτίας του συγκεκριμένου ιδεολογικού προσανατολισμού, η Αργεντινή θα κλείσει συμφωνία ξανά με το ΔΝΤ ύψους 57,1 δισ. δολαρίων. Ήδη ο Μάκρι έχει ανακοινώσει σκληρά μέτρα λιτότητας, τα οποία προβλέπουν μέχρι και κατάργηση των υπουργείων Εργασίας και Υγείας.

 Μεγάλη Βρετανία

Στη Μεγάλη Βρετανία, η κατάρρευση της στερλίνας έναντι του δολαρίου το 1976, οδήγησε την κυβέρνηση των Εργατικών με πρωθυπουργό τον Τζέιμς Κάλαχαν, να καταφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ζητώντας δάνειο 2,3 δισ. στερλινών. Το αντάλλαγμα ωστόσο ήταν βαρύ, καθώς το Ταμείο απαίτησε επώδυνες περικοπές κρατικών δαπανών. Οι Εργατικοί εφάρμοσαν σκληρή δημοσιονομική πολιτική και πέρασαν νέα αντεργατικά μέτρα με τις συντάξεις και τους μισθούς των εργαζομένων να υφίστανται μία βάναυση επίθεση.

Η πολιτική αυτή προκάλεσε κύμα απεργιακών κινητοποιήσεων το 1979 το οποίο εκμεταλλεύτηκε η «Σιδηρά Κυρία» και ηγέτης των Συντηρητικών, Μάργκαρετ Θάτσερ, προκειμένου να κατηγορήσει τα συνδικάτα για τη χαοτική κατάσταση της χώρας. Στις εκλογές του ίδιου έτους, το Κόμμα των Εργατικών ηττήθηκε και στην εξουσία ανήλθε η Θάτσερ, η οποία έμεινε στην ιστορία για τις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις των βρετανικών επιχειρηματικών κολοσσών, την άγρια καταστολή των απεργιακών κινητοποιήσεων των μεταλλωρύχων την περίοδο 1984-1985, και τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στα νησιά Φώκλαντ το 1982.

Ο νεοφιλελεύθερος «θατσερισμός», του οποίου άξιο πολιτικό τέκνο αποδείχθηκε στη συνέχεια και η βρετανική σοσιαλδημοκρατία υπό τον Τόνι Μπλερ, παρέδωσε την οικονομία της χώρας στα νύχια των τραπεζιτών, εκτόξευσε την ανεργία και την εγκληματικότητα στα ύψη, και διέλυσε τα εργατικά σωματεία.

Ρωσία

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, η κυβέρνηση του Μπορίς Γιέλτσιν τοποθέτησε το 1992 στο υπουργείο Οικονομικών τον αποκαλούμενο «Δόκτωρ Σοκ», Γιεγκόρ Γκαϊντάρ, έναν 35χρονο φιλόδοξο οικονομολόγο ο οποίος εν μία νυκτί αποχώρησε από το Κομμουνιστικό Κόμμα, εντάχθηκε στην κεντροδεξιά «Δημοκρατική Ρωσία» δηλώνοντας θαυμαστής του Φρήντμαν, και έπειτα ανέλαβε τις επαφές με το ΔΝΤ.

Τότε, διευθυντής του ΔΝΤ ήταν ο γάλλος Μισέλ Καμντεσσύ, ο οποίος αρκετά χρόνια μετά θα παραδεχόταν ότι το Ταμείο έκανε «πολλές ηλιθιότητες και σφάλματα» όσον αφορά την περίπτωση της Αργεντινής. Ο Καμντεσσύ έστειλε στη Μόσχα τον χιλιανό οικονομολόγο, Αουγκούστο Λόπεζ Κλάρος, έναν θιασώτη του φρηντμανικού νεοφιλελευθερισμού. Ο Λόπεζ Κλάρος είχε διατελέσει καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Σαντιάγο την περίοδο 1982-1984 επί Πινοσέτ, ένα πανεπιστήμιο που έγινε γνωστό ως «στέγη των παιδιών του Σικάγου». Το ΔΝΤ απαίτησε την άμεση εφαρμογή τεσσάρων μέτρων: πλήρης κατάργηση όλων των επιδοτήσεων στην αγροτική παραγωγή, δραστική περικοπή των εξοπλιστικών δαπανών, άμεση απελευθέρωση των τιμών προϊόντων και υπηρεσιών, και επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων.

Η κατάργηση του ελέγχου των τιμών αλλά και των επιδοτήσεων σε μία μέχρι πρότινος κεντρικά ελεγχόμενη οικονομία, προκάλεσε πληθωριστική έκρηξη (γάλα 4.800%, ψωμί 4.300%, πετρέλαιο 3.323% κλπ). Από το 1992 έως και το 1996 που η Ρωσία έλαβε δάνεια περίπου 22 δισ. δολαρίων, το ΑΕΠ γκρεμίστηκε κατά 42%, οι κερδοφόρες επιχειρήσεις ξεπουλήθηκαν αντί πινακίου φακής, ενώ η μισή βιομηχανική παραγωγή και το ένα τρίτο της αγροτικής ισοπεδώθηκαν, με αποτέλεσμα η πλειοψηφία των πολιτών να καταδικαστεί σε ακραία φτώχεια.

Στις 24 Φλεβάρη του 1996, το Ταμείο προχώρησε και σε έγκριση δανείου ύψους 10,2 δισ. δολαρίων για τρία χρόνια. Η πίστωση όμως, η οποία θα δινόταν τμηματικά και θα ελεγχόταν κάθε μήνα, δεν προοριζόταν για την πληρωμή επιδομάτων, συντάξεων και μισθών αλλά για την «ανάπτυξη των σχέσεων της αγοράς». Ένας από τους όρους μάλιστα για τη χορήγηση της «διευρυμένης» πίστωσης, ήταν και η κατάργηση των εξαγωγικών δασμών στο πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.

Εν γνώσει του Γιέλτσιν, μία χούφτα ασήμαντων ανθρώπων καρπώθηκε μέσα σε μία πενταετία κρατική περιουσία δισεκατομμυρίων δολαρίων και θησαύρισε σε χρόνο μηδέν, αποκτώντας το χαρακτηρισμό «ολιγάρχες». Απ' αυτούς λίγοι μόνο «επιβίωσαν» επί διακυβέρνησης Πούτιν καθώς νέο αίμα αναδείχθηκε στο χώρο. Τους νέους πια «ολιγάρχες» αποτελούσαν άτομα όπως ο Ρομάν Αμπράμοβιτς, ο Μιχαήλ Προχόροφ και ο Ντμίτρι Ριμπολόβλεφ.

Και ενώ ακόμα και κυβερνητικά στελέχη των ΗΠΑ μιλούσαν για λεηλασία, η Ρωσία αναγκάστηκε να αυξήσει το δανεισμό της από το ΔΝΤ σε επίπεδα τέτοια ώστε το δημόσιο χρέος να εκτοξευθεί πάνω από το 100% του ΑΕΠ. Οι μισθοί και οι συντάξεις, όχι μόνο περικόπηκαν δραματικά, αλλά καταβάλλονταν με όλο και μεγαλύτερη καθυστέρηση, οι τιμές των φαρμάκων απογειώθηκαν, το μέσο προσδόκιμο ζωής υπολογιζόταν στα 64,4 χρόνια ενώ οι γεννήσεις σημείωσαν κατακόρυφη πτώση σε ποσοστό 50%.

Μεξικό

Τον Αύγουστο του 1982, o υπουργός Οικονομικών του Μεξικού ενημερώνει τις ΗΠΑ και το ΔΝΤ ότι η χώρα δεν μπορεί να αποπληρώσει το εξωτερικό της χρέος, ύψους 80 δισ. δολαρίων. Με εντολή της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, οι κεντρικές τράπεζες της Δύσης εγκρίνουν δάνειο συνολικού ύψους 3,5 δισ. δολαρίων και τον επόμενο μήνα, η κυβέρνηση εθνικοποιεί το τραπεζικό σύστημα για να εμποδίσει τη χρεοκοπία του, επιβάλλοντας έλεγχο στη διακίνηση κεφαλαίων.

Τον Δεκέμβριο του 1982, το ΔΝΤ ενέκρινε δάνειο 3,8 δισ. δολαρίων με αντάλλαγμα την υιοθέτηση μέτρων απελευθέρωσης της οικονομίας μέχρι το 1985. Το πακέτο περιελάμβανε μεταξύ άλλων, μέτρα λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων επιχειρήσεων και απελευθέρωση των ξένων επενδύσεων. Το νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 50% έναντι του δολαρίου, οι μισθοί μειώθηκαν κατά 30%, και ο πληθωρισμός αναρριχήθηκε στο 100%, βυθίζοντας τη χώρα στην ύφεση.

Στη συνέχεια, ακολούθησε ένα δεύτερο πρόγραμμα για την περίοδο 1986-1988, καθώς επίσης και ένα τρίτο, για την περίοδο 1989-1993. Στο μεσοδιάστημα αυτό, το Μεξικό ξεπούλησε πάνω από 250 δημόσιες επιχειρήσεις, κατ' εντολή του ΔΝΤ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί σημαντικά το δημόσιο χρέος. Παράλληλα όμως, τα έσοδα του προϋπολογισμού περιορίστηκαν και έτσι η κυβέρνηση υποχρεώθηκε να μειώσει τις κρατικές δαπάνες και να αυξήσει τους φόρους.

Δώδεκα χρόνια μετά τη χρεοκοπία του Μεξικού, έκανε την επανάστασή του το κίνημα των Ζαπατίστας κηρύσσοντας τον πόλεμο κατά της κυβέρνησης και καταλαμβάνοντας τις πόλεις, με απαγωγές πολιτικών και διευθυντών τραπεζών. Το 1995, η οικονομία συρρικνώθηκε κατά 6,5% και προκειμένου οι τράπεζες να μην χρεοκοπήσουν από τα κόκκινα δάνεια, το κράτος τις ανακεφαλαιοποίησε με χρήματα των φορολογουμένων. Έτσι, η ανεργία διπλασιάστηκε και οι μισθοί μειώθηκαν κατά 35%. Το Μεξικό είχε συμπληρώσει 15 ολόκληρα οδυνηρά χρόνια.

Πολίτης διαδηλώνει κατά του ΔΝΤ με σύνθημα: «ΔΝΤ: Παγιδεύοντας χώρες στα χρέη»
Τουρκία

Στις 19 Φεβρουαρίου 2001, ο κεντροαριστερός πρωθυπουργός, Μπουλέντ Ετζεβίτ, ανακοίνωνε στον τουρκικό λαό ότι η χώρα αντιμετωπίζει μία «πολύ σοβαρή κρίση». Η Τουρκία προσέφυγε στο ΔΝΤ λαμβάνοντας δάνειο 17,6 δισ. δολαρίων υπό σκληρούς όρους, τους οποίους ανέλαβε να εφαρμόσει ο υπουργός Οικονομικών και στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Κεμάλ Ντερβίς.

Ωστόσο, η προσφυγή στο Ταμείο σήμανε το τέλος της κυβέρνησης με αποτέλεσμα το Νοέμβριο του 2002, να ανέλθει στην εξουσία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος ήταν εκείνος που κλήθηκε να υλοποιήσει το πρόγραμμα και να αποπληρώσει το δάνειο.

Οι όροι του δανείου περιελάμβαναν περιορισμό των κρατικών δαπανών και της γραφειοκρατίας, πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, μείωση των εταιρικών φόρων, παροχή κινήτρων για την αύξηση της επιχειρηματικότητας, προσέλκυση ξένων επενδύσεων και ιδιωτικοποιήσεις κρατικών εταιρειών. Επιπλέον, αποφασίστηκε η ισοτιμία της τουρκικής λίρας να καθορίζεται μόνο από την αγορά και έτσι με την υποτίμησή της, τριπλασιάστηκαν οι εξαγωγές των τουρκικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.

Αφού η τουρκική οικονομία σταθεροποιήθηκε και σημείωσε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, διέκοψε τις διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ το 2008 και εφάρμοσε τα αντίθετα απ' αυτά που πρότεινε το Ταμείο. Ειδικότερα, μέσα στα τελευταία 7 χρόνια, χάρη στη μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης και του ΦΠΑ, καθώς και την παροχή κινήτρων αναπτυξιακής πολιτικής, το ΑΕΠ της Τουρκίας τριπλασιάστηκε. Ο πληθωρισμός και το δημόσιο χρέος περιορίστηκαν, ενώ σταδιακά ενισχύθηκε και το κλονισμένο τραπεζικό σύστημα το οποίο απέκτησε αυξημένη ρευστότητα και επιτοκιακή σταθερότητα. Όλα αυτά, είχαν σαν αποτέλεσμα η Τουρκία να αποτελεί το 2010 την τρίτη πιο αναπτυσσόμενη χώρα παγκοσμίως. Τρία χρόνια μετά, ο Ερντογάν κατέβαλε την τελευταία δόση στο Ταμείο και έτσι, έγινε ο ήρωας που έσωσε τη χώρα και έδιωξε το ΔΝΤ.

Σήμερα, και αφού η οικονομία της χώρας καταρρέει, ο Ερντογάν δέχεται πιέσεις να επιστρέψει ξανά στην «αγκαλιά» του Ταμείου. Ωστόσο ο ίδιος, ακόμα και πριν η Τουρκία ξεπεράσει την κρίση, απέφευγε με κάθε τρόπο τις διαπραγματεύσεις με την Ουάσινγκτον, γνωρίζοντας πως ενδεχόμενες πολιτικές λιτότητας θα του στοίχιζαν πολιτικά.

Βραζιλία

Στα «δίχτυα» του ΔΝΤ και των διεθνών χρηματοπιστωτικών οργανισμών (Παγκόσμια Τράπεζα, G7 και Inter-American Development Bank) «έπεσε» το 1998 και η όγδοη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, η Βραζιλία. Η χώρα της σάμπας και του καφέ, έλαβε συνολική οικονομική βοήθεια ύψους 42,6 δισ. δολαρίων. Έναντι αυτής της βοήθειας, η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του Φερνάντο Καρντόσο, υποχρεώθηκε να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα αυστηρής λιτότητας.

Οι συνολικές μειώσεις στον προϋπολογισμό του κράτους, του οποίο το έλλειμμα περιορίστηκε από 8,1% του ΑΕΠ το 1998 στο 4,7% το 1999, αφορούσαν σε δαπάνες για την υγεία και την παιδεία που μειώθηκαν κατά 6,6% και 12,3% αντιστοίχως, ενώ ένας ακόμη μέτρο της κυβέρνησης ήταν και η μαζική απόλυση δημοσίων υπαλλήλων.

Όταν η χώρα συμφώνησε να διατηρήσει σταθερή την ισοτιμία της με το δολάριο για 60 ημέρες, οι ξένοι κερδοσκόποι μεταξύ των οποίων οι George Soros, William Rhodes της Citigroup, Jon Corzine της Goldman Sachs, και David Komansky της Merrill Lynch, απέσυραν βιαστικά περί τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια από τη χώρα. Έτσι, τα πρώτα χρήματα που απέδωσε το ΔΝΤ στη Βραζιλία, ύψους 18,1 δισ. δολάρια με επιτόκιο από 4,25 έως και 7,25%, χρησίμευσαν στον «απεγκλωβισμό» των αμερικανών κερδοσκόπων. Τρία χρόνια μετά την παροχή του δανείου, είχε ξεσπάσει ένας ανελέητος ταξικός πόλεμος. Στο Σάο Πάολο, οι πάμπλουτοι επιχειρηματίες κυκλοφορούσαν με ελικόπτερα, οι απλά ευκατάστατοι πολίτες με αλεξίσφαιρες λιμουζίνες ενώ ιδιωτικοί αστυνομικοί, στρατιωτικά εκπαιδευμένοι, φρουρούσαν τις πολυτελείς κατοικίες.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της κυβέρνησης, από τα 173 εκατομμύρια των Βραζιλιάνων, τα 22 εκ. ζούσαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Η αντιπολίτευση του κόμματος των Εργαζομένων έκανε λόγο για 45 εκ. εξαθλιωμένων πολιτών ενώ η Εκκλησία μιλούσε για 55 εκ. πολίτες. Από το 1994 μέχρι το 2002, η κυβέρνηση Καρντόσο είχε ιδιωτικοποιήσει όλες τις κερδοφόρες κρατικές επιχειρήσεις της, με εξαίρεση την πετρελαϊκή εταιρεία Petrobras, της οποίας οι εργαζόμενοι αντιστάθηκαν σθεναρά. Κάποια από τα εκατομμύρια δολάρια που εισπράχθησαν δεν κατέληξαν στα ταμεία του κράτους αλλά στους ιδιωτικούς λογαριασμούς της αστικής άρχουσας τάξης.

Μετά τις εκλογές του 2002, νικητής αναδείχθηκε το «Κόμμα των Εργαζομένων» του Λούλα ντα Σίλβα, ο οποίος ήδη προεκλογικά είχε αποδεχθεί εκ νέου συμφωνία με το ΔΝΤ, το οποίο ενέκρινε δάνειο κοντά στα 30 δισ. δολάρια. Ο πρώτος χρόνος εξελίχθηκε θετικά ιδιαίτερα χάρη στην υποτίμηση του νομίσματος με ισοτιμία 1:1,75 ρεάλ Βραζιλίας, με ταυτόχρονη την άνοδο στις ενεργειακές της τιμές και τις τιμές των μετάλλων.

Παρά την άλωσή της από τους ξένους κερδοσκόπους, η Βραζιλία κατάφερε να επανακτήσει την αξιοπιστία της αγορές, ωστόσο τα γνωστά προβλήματα με τα υψηλά ποσοστά φτώχειας εξακολουθούν να παραμένουν.

Σομαλία

Στις αρχές του 1980, το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα παρεμβαίνουν στην οικονομία μιας χώρας,  η οποία βασιζόταν στην ανταλλακτική δραστηριότητα μεταξύ νομαδικών βοσκών και μικρών αγροτών. Οι νομάδες βοσκοί αντιπροσώπευαν το 50% του πληθυσμού της αφρικανικής χώρας.

Παρά την επαναλαμβανόμενη ξηρασία, η Σομαλία διέθετε -έστω και εικονικά- διατροφική αυτάρκεια μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70. Ωστόσο, η παρέμβαση του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας προκάλεσε μία ανείπωτη κρίση στην αγροτική οικονομία της χώρας. Οι μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν, υπονόμευσαν την εύθραστη ανταλλακτική σχέση ανάμεσα στη «νομαδική» και «καθιστική» οικονομία, όπως για παράδειγμα τις χρηματικές συναλλαγές μεταξύ βοσκών και γεωργών καθώς επίσης και τις ανταλλαγές προϊόντων τους.

Τα «Προγράμματα Διαρθρωτικής Πολιτικής» του ΔΝΤ (Structural Adjustment Policies), γνωστά και ως «SAPs», ανάγκασαν τη Σομαλία να εξαρτηθεί αποκλειστικά στην εισαγωγή σιτηρών από πολυεθνικούς κολοσσούς, καταστρέφοντας έτσι την αγροτική της πολιτική. Η σομαλική αγορά κατακλύστηκε από φθηνά ξένα προϊόντα, η εγχώρια παραγωγή συρρικνώθηκε και οι αγρότες περιέπεσαν σε ακόμα μεγαλύτερη φτώχεια.

Σαν να μην έφταναν αυτά, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80, οι τιμές στα εισαγόμενα κτηνιατρικά φάρμακα αυξήθηκαν με αποτέλεσμα την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος της χώρας, του σομαλικού σίλινγκ, ενώ οι λειτουργίες του υπουργείου Αγροτικής και Κτηνοτροφικής Πολιτικής σταδιακά καταργούνταν. Παράλληλα, η ιδιωτικοποίηση της υγείας για τα ζώα συνδυάστηκε με την έλλειψη έκτακτων ζωικών τροφών, όπως σε περιπτώσεις άγριας ξηρασίας, την εμπορευματοποίηση του νερού και την απουσία μέριμνας για τα βοσκοτόπια. Οι συνέπειες ήταν δραματικές.

Τόσο τα κοπάδια όσο και οι βοσκοί, που αποτελούσαν τον μισό πληθυσμό της χώρας, ξεκληρίστηκαν καθώς δεν είχαν με τι να ανταλλάξουν τα προϊόντα τους. Η τοπική οικονομία καταστράφηκε, οι εξαγωγές σταμάτησαν και η κυβέρνηση δεν διέθετε ούτε καν τους στοιχειώδεις οικονομικούς πόρους για να υποστηρίξει τις κρατικές δομές. Το πέρασμα του ΔΝΤ από τη Σομαλία εκτόξευσε τη φτώχεια σε πρωτόγνωρα επίπεδα, σε μία ήδη υπανάπτυκτη και εξαθλιωμένη κοινωνία.

Η Ασιατική κρίση (Ινδονησία, Ταϊλάνδη, Νότια Κορέα)

Με την υποτίμηση του μπατ Ταϊλάνδης, ξέσπασε τον Ιούλιο του 1998 η ασιατική κρίση χρέους, μία κρίση-ντόμινο στη δίνη της οποίας περιήλθαν μέχρι και χώρες όπως το Χονγκ Κονγκ, η Σιγκαπούρη, η Νέα Ζηλανδία και η Ιαπωνία.

Οι χώρες που βρέθηκαν στο «επίκεντρο του οικονομικού σεισμού» και βίωσαν μία ολοκληρωτική καταστροφή που όμοιά της δεν είχαν ξαναδεί ήταν η Ινδονησία, η Ταϊλάνδη και η Νότια Κορέα. Με μία σωρεία προγραμμάτων «SAP», το Ταμείο χορήγησε δάνεια 55 δισ. δολαρίων στην Ν. Κορέα, 23 δισ. στην Ινδονησία, και 17 δισ. στην Ταϊλάνδη απαιτώντας «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», δηλαδή αιματηρά μέτρα λιτότητας. Τα μέτρα περιελάμβαναν περικοπές κρατικών δαπανών, αύξηση των επιτοκίων, αναδιάρθρωση του χρηματοοικονομικού συστήματος και ρευστοποίηση αφερέγγυων επιχειρήσεων, κάτι που οδήγησε τις οικονομίες των χωρών σε βαθιά ύφεση.

Η εφαρμογή των προγραμμάτων προκάλεσε μία δραματική απώλεια θέσεων εργασίας, κατακόρυφη αύξηση των τιμών στα είδη πρώτης ανάγκης ενώ οι υποτιμήσεις των νομισμάτων εκτινάχθηκαν σε ποσοστά μέχρι και 83%, πυροδοτώντας βίαιες κοινωνικές αναταραχές και σε άλλες χώρες όπως οι Φιλιππίνες.

Μοναδική εξαίρεση υπήρξε η Μαλαισία, η οποία ήταν η μόνη χώρα δεν πέρασε το κατώφλι του ΔΝΤ. Εφαρμόζοντας ένα πρόγραμμα περιορισμού κίνησης κεφαλαίων, κατάφερε να βγει πρώτη από την κρίση. Η κρίση χρέους στην Ασία διήρκησε περίπου δύο χρόνια, και οι οικονομίες των χωρών απέτυχαν να επανέλθουν στους ρυθμούς ανάπτυξης τους οποίους είχαν πετύχει, πριν το ξέσπασμα της κρίσης.

Φιλιππίνες, Μανίλα: Διαδηλωτές ντυμένοι «ζόμπι» διαμαρτύρονται κατά του ΔΝΤ με συνθήματα όπως «Κάψτε το ΔΝΤ» και «Το ΔΝΤ είναι ένα οικονομικό ζόμπι»

Ανατολική Ευρώπη (Ουγγαρία, Ουκρανία, Λετονία, Λευκορωσία, Ρουμανία)

Το 2008 ξεσπά η παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία θα συμπαρασύρει πολλές από τις ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες στα «νύχια» του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Τον Οκτώβρη του 2008, ένα μήνα μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, η πρώτη χώρα που διέβη το κατώφλι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ήταν η Ουγγαρία. Το Ταμείο, από κοινού με την Ε.Ε., ενέκριναν ένα πακέτο ύψους 25 δισ. δολαρίων. Σε αντάλλαγμα, η κεντροαριστερή κυβέρνηση της Βουδαπέστης προέβη σε μειώσεις δημοσίων δαπανών κατά 20-30% με το ΑΕΠ να μειώνεται το 2009 κατά 6,3%. Λόγω της αβεβαιότητας της κρίσης, οι τράπεζες έδιναν όλο και λιγότερα δάνεια. Παράλληλα, οι απαιτήσεις του Ταμείου για νέες περικοπές δαπανών ενέτειναν την πολιτική κρίση στη χώρα, με αποτέλεσμα να «παγώσει» τη συνεργασία του. Το ΔΝΤ αποχώρησε το 2013.

Το Νοέμβρη του 2008, την πόρτα του ΔΝΤ «χτύπησε» η Ουκρανία, λαμβάνοντας δάνειο ύψους 16,5 δισ. δολαρίων. Ένας από τους όρους όμως που έθετε το Ταμείο ήταν και η απελευθέρωση των τιμών του αερίου, δηλαδή η κατάργηση των επιδοτήσεων. Τα μέτρα είχαν γενικά ως αποτέλεσμα πτώση του ΑΕΠ κατά 15% το 2009.

Το Δεκέμβριο του 2008, ήρθε η σειρά της Λετονίας να ζητήσει βοήθεια από την Ουάσινγκτον, λαμβάνοντας δάνειο 1,7 δισ. δολαρίων. Η κυβέρνηση εφάρμοσε τις απαιτούμενες περικοπές δαπανών, ωστόσο το Ταμείο εκτίμησε ότι η χώρα δεν επέδειξε πολιτική βούληση με αποτέλεσμα να επιβάλει αυστηρότερους όρους. Η πιστή εφαρμογή του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, οδήγησε πολλά νοσοκομεία και σχολεία στο να βάλουν λουκέτο ενώ η ανεργία από 6,2% το 2007 εκτοξεύθηκε το 2009 στο 22%! Οι μισθοί περικόπηκαν κατά 20%, οι συντάξεις κατά 10%, και οι απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων έφτασαν στο 20-30%. Το ΔΝΤ αποχώρησε από τη χώρα στα τέλη του 2011.

Στις 31 Δεκεμβρίου 2008, ΔΝΤ και Λευκορωσία συμφωνούν στην παροχή δανείου 2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η κυβέρνηση του Αλεξάντερ Λουκασένκο, προέδρου της χώρας από το 1994 μέχρι σήμερα, συμφώνησε να προχωρήσει στην υποτίμηση του νομίσματος κατά 20% και να παγώσει τους μισθούς. Σήμερα, το Μινσκ επιδιώκει ένα νέο κύκλο συνομιλιών με το ΔΝΤ αποσκοπώντας σε νέο δάνειο το 2020. Οι συνομιλίες με το Ταμείο είχαν διακοπεί το 2017, όταν η χώρα αρνήθηκε να εφαρμόσει τις μεταρρυθμίσεις του δημόσιου τομέα, ως προϋπόθεση για να λάβει δάνειο 3,5 δισ. δολαρίων.

To 2009, η Ρουμανία αποφασίζει να μπει στα προγράμματα στήριξης του ΔΝΤ. Συνολικά, έλαβε δάνειο 20 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 13 δισ. προέρχονταν από το Ταμείο, 5 δισ. από την Ε.Ε., και τα υπόλοιπα 2 δισ. από την Παγκόσμια Τράπεζα. Η δεξιά κυβέρνηση του Εμιλ Μποκ, προχώρησε σε μειώσεις μισθών και συντάξεων, απολύσεις περίπου 100.000 δημοσίων υπαλλήλων, αύξηση των φόρων και ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας. Το 2012, η κυβέρνηση «έπεσε» και στην εξουσία ανήλθε ο σοσιαλδημοκράτης, Βίκτορ Πόντα, υποσχόμενος διαφορετική πολιτική. Στην πορεία όμως, ακολούθησε τον ίδιο δρόμο. Το πρόγραμμα έληξε ένα χρόνο μετά.

Διαδηλωτές σε πορεία έξω από τα κεντρικά γραφεία του ΔΝΤ κατά την περίοδο των εαρινών συναντήσεων ΔΝΤ-Παγκόσμιας Τράπεζας με σύνθημα «Βάλτε λουκέτο στο ΔΝΤ»


«Το ΔΝΤ είναι σαν το ζόμπι. Δεν μπορείς να το σκοτώσεις»


Μολονότι η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ιδρύθηκαν προκειμένου να φέρουν την ανάπτυξη και την οικονομική ευημερία στις δοκιμαζόμενες χώρες του κόσμου, εντούτοις αποδείχθηκε πως μόνο κακό έκαναν όπου παρενέβησαν. Η φράση του καναδού δημοσιογράφου και σκηνοθέτη, Άβι Λιούις, αποτυπώνει πλήρως το ποιόν αυτών των ιδρυμάτων:
«Το ΔΝΤ είναι σαν το ζόμπι. Δεν μπορείς να το σκοτώσεις».

Το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα εξακολουθεί να συσσωρεύει τρισεκατομμύρια σπρώχνοντας διαρκώς τις οικονομίες του πλανήτη στην υπερχρέωση και την πτώχευση, ενώ τα μέτρα λιτότητας σφίγγουν ολοένα και περισσότερο τη θηλιά στους φορολογούμενους, «πετώντας» τις οικογένειες έξω απ' τα σπίτια τους και ρίχνοντας κυβερνήσεις.

Εάν δεις έναν ελβετό τραπεζίτη να πηδάει από ένα παράθυρο, ακολούθησέ τον. Σίγουρα, υπάρχει κάποιο κέρδος σ' αυτό. Βολταίρος

Για την έρευνα αντλήθηκαν πληροφορίες από:

«Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα», Θεωρίες Συνωμοσίας: Τα διεθνή τραπεζικά συμφέροντα, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η οικονομική κρίση (Εφ. «Αποκαλύψεις», εκδ. ΟΞΥ)
«Το ΔΝΤ, η Παγκόσμια Τράπεζα και οι οικονομικές γενοκτονίες», newsbeast.gr
• «Ποιες χώρες έχει "σώσει" το ΔΝΤ: Μικρή ιστορική αναδρομή στον εκτελεστή των εθνικών οικονομιών», newsbomb.gr (17/4/2016)
«Νεοφιλελευθερισμός: μία ιστορική αναδρομή», του Άγγελου Καλοδούκα, aformi.gr (7/1/2010)
«Το ΔΝΤ στη Ρωσσία», αναδημοσιεύθηκε στο ιστολόγιο «Πέμπτο Κύμα» (3/2/2017)
• «Το ΔΝΤ στηρίζει Γιέλτσιν», του ανταποκριτή στη Μόσχα, Βλ. Μασίν, (Εφ. «Ριζοσπάστης», 24/2/1996)
«Η χρεοκοπία του Μεξικού», του Βασίλη Βιλιάρδου, analyst.gr (7/6/2017)
«Η εμπειρία της Τουρκίας από το ΔΝΤ», του Γιώργου Κωνσταντινίδη, koutipandoras.gr (21/5/2013)
«Η άλωση της Βραζιλίας», του Βασίλη Βιλιάρδου, analyst.gr (9/4/2010)
«Ιστορίες για τις κρίσεις χρέους», μία έρευνα του Γ. Τριποταμιανού για τον paratiritis.gr (αναδημοσιεύθηκε στο stokokkino.gr, 15/12/2014)
«Το Πείραμα της Αργεντινής», το ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αυγερόπουλου για την ελληνική σειρά ντοκιμαντέρ «Εξάντας», (Παραγωγή: Small Planet, για την ΕΡΤ, 2011)
«Debtocracy (Χρεοκρατία)», το ντοκιμαντέρ των Κατερίνα Κιτίδη και Άρη Χατζηστεφάνου, (Παραγωγή: Moviementa Productions, 2011)
«Somalia: the Real Causes of Famine», του Michel Chossudovsky, globalreasearch.ca, (αναδημοσιεύθηκε στο Third World Resurgence και στη Le Monde Diplomatique)
«A brief history of countries with overdue IMF repayments», Εφ. «The Guardian» (5/6/2015)
«Top 10 debtor countries owe 86% of total IMF loans», business-standard.com (7/6/2015)
«Global debt has reached a record high, IMF says, and three countires are to blame», marketwatch.com (21/4/2018)

Δεν υπάρχουν σχόλια